Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο
Home » Δευτερεύουσες Προτάσεις

Δευτερεύουσες Προτάσεις

defterevoyses-protaseis

Μέσα σε μια πρόταση μπορεί να υπάρχει μια άλλη, εξαρτημένη πρόταση, η οποία λειτουργεί ως μέρος της κύριας πρότασης. Μια τέτοια εξαρτημένη πρόταση ονομάζεται δευτερεύουσα ή βοηθητική πρόταση (subfrazo).

Οι βοηθητικές προτάσεις συνήθως ξεκινούν με μια εισαγωγική λέξη, που ονομάζεται υποσύνδεσμος (subjunkcio).

Παραδείγματα:

  • Το ke (ότι) είναι ο πιο συνηθισμένος και βασικός υποσύνδεσμος.
  • Το ĉu εισάγει ερωτηματικές δευτερεύουσες προτάσεις.
  • Οι λέξεις του πίνακα KI (π.χ. kio, kie, kiam, kiel) εισάγουν ερωτηματικές ή αναφορικές δευτερεύουσες.
  • Άλλοι υποσύνδεσμοι είναι: se (αν), ĉar (επειδή), dum (ενώ), ĝis (μέχρι), kvankam (αν και), kvazaŭ (σαν να), ol (παρά), apenaŭ (μόλις).

ke

Όταν μία πρόταση έχει δύο ρήματα με διαφορετικά υποκείμενα (ετεροπροσωπία) χρησιμοποιείται για τη σύνδεση υποχρεωτικά ο σύνδεσμος ke (ότι ή να). Ο υποσύνδεσμος keδεν έχει πάντα δική του σημασία. Δείχνει όμως την αρχή μιας δευτερεύουσας πρότασης, η οποία δεν εισάγεται με άλλον υποσύνδεσμο.

Μια βοηθητική πρόταση που αρχίζει με ke μπορεί να έχει διάφορους συντακτικούς ρόλους μέσα στην κύρια πρόταση. Για να γίνει πιο φανερός αυτός ο ρόλος, μπορούμε να δοκιμάσουμε να αντικαταστήσουμε την πρόταση με τη λέξη tio (αυτό).

Μερικές φορές χρησιμοποιείται μαζί το tio και η πρόταση με ke, ιδίως όταν πρέπει να φανεί ο ρόλος της πρότασης μέσω προθέσεων:

  • Mi ĝojas pro tio, ke vi venis – Χαίρομαι γι’ αυτό που ήρθες.

Το ke δεν μπορεί να παραληφθεί, συνήθως μπαίνει μετά από ένα κόμμα.

Παραδείγματα:

  • Vi vidas, ke mi manĝas. Εσύ βλέπεις ότι εγώ τρώω.
  • Mi diras, ke li iros. Λέω ότι αυτός θα πάει.
  • Mi deziras, ke vi sukcesos. Επιθυμώ να πετύχεις

Ερωτηματικές βοηθητικές προτάσεις

Αν μια δευτερεύουσα πρόταση είναι ερωτηματική, μπορεί να ξεκινάει με το ĉuή με λέξη ερώτησης που αρχίζει από KI (π.χ. kie, kion, kiam).

Τέτοιες ερωτηματικές δευτερεύουσες προτάσεις μπορούν να έχουν τον ίδιο συντακτικό ρόλο όπως και οι βοηθητικές προτάσεις με ke, δηλαδή να λειτουργούν ως υποκείμενο, αντικείμενο, συμπλήρωμα κ.ά.

Παραδείγματα:

  • Diru, ĉu mi povos veni. Πες μου αν θα μπορέσω να έρθω.
  • Ŝi ne sciis, ĉu ŝi nur sonĝisĉu tio estis efektivaĵo. Εκείνη δεν ήξερε αν απλώς ονειρεύτηκε ή αν αυτό ήταν πραγματικότητα.
  • Ĉu tio estas roso aŭ larmoj, tion neniu povis vidi. Αν αυτό ήταν δροσιά ή δάκρυα, κανείς δεν μπόρεσε να το δει.
  • Mi montris al la infano, kie kuŝas ĝia pupo. Έδειξα στο παιδί πού βρίσκεται η κούκλα του.
  • Mi volus scii, kiom de la ŝtofo ili jam pretigis. Θα ήθελα να ξέρω πόσο από το ύφασμα έχουν ήδη ετοιμάσει.
  • Mi ne scias, ĝis kiam ili restos ĉi tie. Δεν ξέρω μέχρι πότε θα μείνουν εδώ.
  • Kiel longe ni estis en la malliberejo, tion mi ne scias. Πόσο καιρό ήμασταν στη φυλακή, αυτό δεν το ξέρω.

Αναφορικές βοηθητικές προτάσεις

Μια αναφορική δευτερεύουσα πρόταση είναι μια πρόταση που:

  • ξεκινά με αναφορική αντωνυμία ή επίρρημα που αρχίζει με ki (π.χ. kiu, kio, kie, kiam, kiel, kies, kiom),
  • αναφέρεται σε κάποιο στοιχείο της κύριας πρότασης (είτε ρητά είτε υπονοούμενα),
  • δεν είναι ερώτηση, αλλά προσθέτει επεξήγηση ή πληροφορία.

Συχνά μπορούμε να ξαναδιατυπώσουμε τη φράση αντικαθιστώντας την ki-λέξη με tio + kiu/kia/kie κ.λπ., για να γίνει πιο εμφανής η σύνδεση.

Παραδείγματα:

  • Mi konas la virinon, kiu parolis kun vi. Ξέρω τη γυναίκα που μίλησε μαζί σου.
  • Tio estas la kialo, kial li foriris. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έφυγε.
  • Ni ne trovis la lokon, kie li loĝas. Δεν βρήκαμε το μέρος όπου μένει.
  • La tago, kiam ili revenis, estis festotago. Η μέρα που γύρισαν ήταν γιορτή.
  • Tiu, kiu havas forton, havas rajton. Αυτός που έχει δύναμη, έχει και δίκιο.
  • Mi pagis al tiu, al kiu oni devis. Πλήρωσα σε αυτόν, στον οποίο όφειλαν.
  • Tio, kio pasis, ne revenos. Αυτό που πέρασε, δεν θα ξανάρθει.
  • Li tuj faris tion, kion mi volis. Έκανε αμέσως αυτό που ήθελα.

se

Se = «αν», «σε περίπτωση που», «υπό την προϋπόθεση ότι».
Η λέξη αυτή εισάγει μια δευτερεύουσα πρόταση που εκφράζει προϋπόθεση, υπόθεση ή περίπτωση.

  • Se vi lernas, vi progresos. Αν μελετήσεις, θα προοδεύσεις.
  • Mi venos, se mi havos tempon. Θα έρθω, αν έχω χρόνο.
  • Se tio estus vera, mi estus tre feliĉa. Αν αυτό ήταν αλήθεια, θα ήμουν πολύ χαρούμενος.

ĉar

Ĉar = «επειδή», «διότι».
Η λέξη εισάγει μια δευτερεύουσα πρόταση που εκφράζει αιτία ή λόγο.

  • Mi restis hejme, ĉar mi estis laca. Έμεινα στο σπίτι, επειδή ήμουν κουρασμένος.
  • Ŝi ne venis, ĉar ŝi forgesis la horon. Δεν ήρθε, διότι ξέχασε την ώρα.
  • Ĉar pluvos, ni ne iros al la parko. Επειδή θα βρέξει, δεν θα πάμε στο πάρκο.

dum

Dum = «ενώ», «κατά τη διάρκεια που»
Εισάγει μια χρονική δευτερεύουσα πρόταση και δηλώνει ότι η ενέργεια της κύριας και της δευτερεύουσας πρότασης συμβαίνουν ταυτόχρονα.

  • Dum mi legis, ŝi kuiris. Ενώ εγώ διάβαζα, εκείνη μαγείρευε.
  • Dum ili ludis, la pluvo komenciĝis. Καθώς έπαιζαν, άρχισε η βροχή.
  • Li laboris dum ŝi dormis. Αυτός δούλευε ενώ εκείνη κοιμόταν.

ĝis

Τοĝis εισάγει μια χρονική δευτερεύουσα πρόταση που δείχνει το χρονικό τέλος της κύριας πρότασης.
Συνήθως, η ενέργεια της κύριας πρότασης συνεχίζεται μέχρι τη στιγμή που ξεκινά η ενέργεια της πρότασης με το “ĝis”.

  • Mi atendis ĝis vi revenis.Περίμενα μέχρι να επιστρέψεις.
  • Ŝi kantis ĝis ĉiuj ekdormis. Αυτή τραγουδούσε μέχρι που όλοι αποκοιμήθηκαν.
  • Ni restos tie ĝis ili vokos nin. Θα μείνουμε εκεί μέχρι να μας φωνάξουν.
  • Ĝis mi finis la laboron, la suno jam subiris. Μέχρι να τελειώσω τη δουλειά, ο ήλιος είχε ήδη δύσει.

kvankam

Το kvankam εισάγει μια παραχωρητική δευτερεύουσα πρόταση, δηλαδή μια πρόταση που δείχνει ένα γεγονός ή μια συνθήκη που θα μπορούσε να εμποδίσει αυτό που λέγεται στην κύρια πρόταση, αλλά τελικά δεν το εμπόδισε.

  • Kvankam li estis laca, li daŭrigis la laboron. Αν και ήταν κουρασμένος, συνέχισε τη δουλειά.
  • Ŝi venis, kvankam pluvis forte. Ήρθε, παρόλο που έβρεχε δυνατά.
  • Kvankam mi ne havis monon, mi donacis ion. Αν και δεν είχα χρήματα, έκανα ένα δώρο.
  • Li ridis, kvankam li ne komprenis la ŝercon. Γέλασε, αν και δεν κατάλαβε το αστείο.

kvazaŭ

Το kvazaŭ σημαίνει “σαν να…” ή “λες και…”. Εισάγει μια φανταστική ή μη πραγματική σύγκριση, και χρησιμοποιείται για να δείξει ομοιότητα με κάτι φανταστικό, υποθετικό ή μη αληθινό.

Το ρήμα μετά από το kvazaŭ μπορεί να είναι είτε σε οριστική (για στυλιστική ή μεταφορική χρήση) είτε σε υποθετική έγκλιση (για πιο ρεαλιστικές υποθέσεις).

  • Li aspektas kvazaŭ li estus fantomo. Φαίνεται σαν να ήταν φάντασμα.
  • Ŝi kuras kvazaŭ ŝia vivo dependus de tio. Τρέχει λες και εξαρτάται η ζωή της από αυτό.
  • Vi parolas kvazaŭ vi estus profesoro. Μιλάς σαν να ήσουν καθηγητής.
  • La ĉambro aspektas kvazaŭ ĝi ne estus purigita dum monatoj. Το δωμάτιο φαίνεται σαν να μην έχει καθαριστεί εδώ και μήνες.
  • Li kondutas kvazaŭ li regus la mondon. Συμπεριφέρεται σαν να κυβερνά τον κόσμο.

ol

Η λέξη ol χρησιμοποιείται συνήθως για σύγκριση:

  • Mi estas pli bela ol ŝi. Είμαι πιο όμορφος/η από αυτήν.

Αλλά μπορεί επίσης να εισάγει μια χρονική δευτερεύουσα πρόταση, όταν προηγείται η λέξη antaŭ (πριν). Δηλώνει ότι κάτι συνέβη πριν συμβεί κάτι άλλο.

Δομή: antaŭ + ol + δευτερεύουσα πρόταση με ρήμα

  • Mi foriris antaŭ ol vi alvenis. Έφυγα πριν φτάσεις εσύ.
  • Ŝi finis la laboron antaŭ ol la estro venis. Τελείωσε τη δουλειά πριν έρθει ο διευθυντής.
  • Ni manĝis antaŭ ol ili revenis. Φάγαμε πριν επιστρέψουν αυτοί.
  • Antaŭ ol mi ion diris, li ekridis. Πριν πω κάτι, αυτός γέλασε.
  • Antaŭ ol li ekiris, li brakumis sian fraton. Πριν φύγει, αγκάλιασε τον αδερφό του.

apenaŭ

Η λέξη apenaŭ είναι συνήθως επίρρημα και σημαίνει “σχεδόν καθόλου”, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ως υποτακτικός σύνδεσμος χρονικής δευτερεύουσας πρότασης.

Όταν χρησιμοποιείται έτσι, σημαίνει:

  • “μόλις”, “αμέσως μόλις”
  • “σχεδόν ταυτόχρονα με”

Η πρόταση με το “apenaŭ” προηγείται πάντα της κύριας πρότασης.

  • Apenaŭ li eniris, la hundo ekbojis. Μόλις μπήκε, ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει.
  • Apenaŭ mi ekparolis, ŝi ekploris. Μόλις άρχισα να μιλάω, αυτή άρχισε να κλαίει.
  • Apenaŭ ni sidigis nin, la lumo estingiĝis. Μόλις καθίσαμε, έσβησε το φως.
  • Apenaŭ la nokto falis, ili foriris. Μόλις έπεσε η νύχτα, αυτοί έφυγαν.